Τετάρτη 1 Οκτωβρίου 2014

O μαρμάγκαλος και νύχτες ροκ εν ρολ.

Το κείμενο είχε δημοσιευτεί στο MOVIEWORLD.

Κάθομαι να γράψω για Σινεμά, Τέχνη, καλότεχνος, σπουδαγμένος, με καταβολές επαρχιώτικες. Μεγάλωσα με τον φόβο του «θα σε φάει η μαρμάγκα», στο χωριό λέγαμε, «ο μαρμάγκαλος». Γνήσιο τέκνο των φτηνών ταινιών με τεράστια ερπετά με έντομα που τρων ανθρώπους, ως και mainstream καταστάσεις σε πρωτοκλασάτες ταινίες, ο Κινγκ Κονγκ εναντίον της μαρμάγκας και του μαρμάγκαλου κι ολοκλήρου του σογιού του μαρμάγκαλου. Κι εκεί που ασχολούμαι με το Σινεμά καθαρά για λόγους παιδικών φόβων, και δεν είναι τυχαίο που φανατίστηκα με εξορκιστές, διαβολάκια, και aliens, ξαφνικά ξορκίζω την ταξικοπολιτική μου νεότητα και ξεκαρφώνομαι γράφοντας πολιτικά και διαλεκτικά, και ίσως χαζοδιανοουμενίστικα. Ο κύριος που είχε το Άβα με κόβει. «Καριόλη, ο μεγάλος μαρμάγκαλος σε περιμένει», ψυθιρίζει, και στο δωμάτιό μου μπαίνει το τέρας.
-Τι, τι, συμβαίνει, ψελίζω.
-Μφχερμμ.
-Είμαι ο Νίκος, συστήνομαι στο τέρας.

-Γφδρμν.
Γαμώ την πουτάνα μου, ο κύριος μαρμάγκαλος δεν αστειεύεται. Φιλώ την εικόνα του Αγίου Νεκταρίου, πιάνω στα χέρια μου το λαδάκι του Αγίου Ραφαήλ, και αρχίζω να παίρνω το ύφος του εξορκιστή Max Von Sydow, μέχρι να σκεφτώ πως κι αυτόν στον έφαγε η μαρμάγκα, και γενικά κανείς δεν γλίτωσε, ούτε στην Προφητεία, ούτε πουθενά.
Ούτε καν ο τρομερός Bugenhagen που έκανε ανασκαφές στην Παλαιστίνη.
Φτου.
Ο μαρμάγκαλος με έχει στριμώξει χωρίς οίκτο. Ο μπάρμπας που διηύθηνε το σινέ Άβα στην Καλλίπολη χαμογελά σαδιστικά.
-«Ώστε το ρίξαμε στο Σινεμά και ξεχάσαμε τα πάντα, ε;».
Σάστισα.
Παίρνω την αμυντική στάση που έμαθα στα μαθήματα Kung Fu την πόρτα, 6 Dan, νταρανταντράν, μερακλαντάν, και σκάει  μύτη ο Μπρους Λη, με λέει σε άψογα βορειοελλαδίτικα, «καριόλη, πήγες στο Κολοσσαίο με γκόμενα, και δεν ήθελα να σε κάμω ρεζίλη, την  έλεγες κουλτουριάρικες μαλακίες, ενώ ήθελες μια μονομαχία μαζί μου.»  Του απαντώ σε στάση φυλάξεως, κάτι μεταξύ Shaolin και θεατρικής ξιφασκίας. «Πανούργε, μιλάς για το Amphitheatrum Novum ή Amphitheatrum Flavium». «Άσε τις πούτσες και τα ντεμέκ,» μου απαντά, που επειδή έπαιξε έναν Οιδίποδα εκεί ο Βαλτινός, μας παριστάνεις τον φιλότεχνο. 
Πήγες να μυρίσεις αίμα μονομάχων και θηρίων. Σου θυμίζει κάτι, ε;»
Γιγαντιαίες μαρμάγκες με περικύλωσαν.
Έκλεισα τα μάτια και προσευχήθηκα να μην πεθάνω σαν θεατής του κινηματογράφου Άβα.
Ένα A+ μεταλλικών χορδών ακουστικής αντίχησε και έκανε τα ερπετά να γυρίσουν έκπληκτα.
«Hello, man, i am Dave Dudley.”

O ήρωας των μετακαλλιτεχνικών μου χρόνων ήταν εκεί, παρών, με μια κιθάρα, έτοιμος να κατατροπώσει τον Μπρους Λη, τους μαρμάγκαλους, και να καταπιεί, αν χρειαζόταν το αμφιθέατρο.
Στη διαφήμιση με τον Νεοϋορκέζο μεθοδίστα, πριν βγουν τα λιοντάρια, λέγεται πως αν δεν ξεπεράσεις τους φόβους σου μένεις για πάντα στην αφάνεια.
Χεστήκαμε, λέω μέσα μου, πάμε Dave.
Six days on the road.
Για κάποιους λόγους τη ζωή μας έσωσε, μεταξύ φεσιού και Τέχνης, το φορτηγατζήδικο Ροκ Εν Ρολ.
Μαρμάγκαλε, give me another cup of coffee, κι αν δεν συμβιβάζεσαι, έλα για darts, να σε σκίσω.
Καλλίπολη, Δελφοί, Άβα, και Αρμονία.

Οι εφιάλτες μας θεραπεύονται, ρε.

白日焰火.

Είδα τελικά την τρομερή ταινία Black Coal, Thin Ice, που πήρε τη χρυσή άρκτο της Berlinale φέτος. Κι αλήθεια πολύ το φχαριστήθηκα, πρώτον, διότι είχα να πάω σινεμά απ’ τον καιρό του Νώε, δεύτερον, επειδή δεν το είδα μεταγλωττισμένο, τρίτον, επειδή πήγα πάλι στο μικρό αμβουργέζικο σινεμά της Sternschanze, και στην τελική, επειδή είδα ένα από τα καλύτερα θρίλερ στην Ιστορία του Κινηματογράφου. Μια σκηνοθεσία με ειρωνικές στιγμές, με παιχνίδια, με αίσθηση του σασπένς όπως ο Ντε Πάλμα στα καλά του, με feeling στην αποδόμηση της «σοβαρής» ατμόσφαιρας, με αγάπη και σωστή διδασκαλία στους ηθοποιούς, με λίγα λόγια, φτου του-φτου του. Η ταινία διαδραματίζεται στη Βόρεια Κίνα, εκεί που ελάχιστες διαφορές θα βρεις από τη Σιβηρία, με φόντο φτωχά σπίτια, παλιά αυτοκίνητα, χαζά μηχανάκια, πρόχειρα εστιατόρια, δηλαδή η επαρχία της Κίνας όπως τη γνώρισα, όπως με «τρόμαξε», όπως με «εκνεύρισε», κι όπως με αγκάλιασε και την αγάπησα. Ο ήρωας της ιστορίας είναι ο κλασικός μπάτσος με το κοφτερό μυαλό και τα μεγάλα πάθη, τις πληγές στην ιδιωτική του ζωή, και τη ροπή προς το αλκοόλ. Συνταγή που πιάνει. 
Ένα ξωτικό, ένα alien ανάμεσα στους καλοσιδερωμένους, καλοχτενισμένους, και ορθόδοξους γραφειοκράτες αστυνομικούς της υπηρεσίας του –ακόμα και ο καλύτερός του φίλος που πεθαίνει, είναι καφές machiato, δηλ. κορρέκτ με μια σταλαγματιά «ανορθοδοξίας». Με τα σίγουρα, λοιπόν, ο πανέξυπνος σκηνοθέτης 刁亦男, που, λέει, έγραφε το σενάριο επί οχτώ χρόνια –σίγουρα θα έκανε κι άλλες δουλειές για να βρει τα λεφτά της ταινίας, δεν θα καθόταν στο γραφείο του 8 χρόνια να το γράφει- τα έβαλε όλα μέσα κι έκανε μια υπέροχη κινέζικη μαλατάνα. Η μαλατάνα είναι ένα τσουκάλι σαν hot pot, που μπορείς να βάλεις ό,τι γουστάρεις, από λαχανικά, -κυρίως-, noodles, κρεατικά, αλλαντικά βασικά, θαλασσινά, να ρίξεις την άμμο της θάλασσας σε καρυκεύματα, και φυσικά, να το φλομώσεις στο μπούκοβο με σπορέλαιο. Ξύδι, κανέλα, κι είσαι έτοιμος. Αυτή η ταινία-μαλατάνα, λοιπόν, έχει, όπως είπα, αλκοολικό πρώην μπάτσο πανέξυπνο αλλά τραυματισμένο ψυχικά και σωματικά, έχει τον καλό της παρέας να πεθαίνει σχετικά νωρίς, έχει μοιραία γυναίκα που την ερωτεύεται ο ήρωας, γυναίκα θύμα και θύτης, μυστηριώδης, αδύναμη και συνάμα διαβολική, πειρασμός και τραγωδία, του στιλ «αφήστε με στη μοίρα μου, είμαι ήδη χαμένη, δεν θέλω προστασία» και σε τραβά επειδή από μακριά μυρίζει έγκλημα. Υπάρχει η πιο, ίσως γοητευτική μορφή και εξωκοσμικά μυστηριώδης, ο συνεργάτης της μοιραίας στο καθαριστήριο που διαθέτει –τρομερό σκηνικό φόντο αυτό το άθλιο κινέζικο καθαριστήριο. Παραπάνω δεν σας λέω, όσοι δεν την είδατε, τρέξτε, πληρώστε να τη δείτε. Σήμερα, πάντως, θα ξαναμαγειρέψω μαλατάνα.

ΥΓ, στη σκηνή του σεξ πάνω στη ρόδα του λούνα παρκ, λες, «Παιδιά, ήσυχα, πολύ τρίζει». Και μόνο που ο μάγκας είχε στύση σε τόσα μέτρα ύψος με αλυσίδες που τρίζουν και ποιός ξέρει τι κινέζικη ασφάλεια έχουν, αξίζει ως ήρωας αστυνομικού. Ξεπερνά σε γενναιότητα και τον Max von Sydow ως εξορκιστή.